μικροπρεπής

μικροπρεπής
-ές (ΑΜ μικροπρεπής, Α και μτγν. τ. σμικροπρεπής, -ές)
αυτός που συμπεριφέρεται με τρόπο που προσιδιάζει σε ασήμαντους ανθρώπους, χαμερπής, ευτελής, αναξιοπρεπής, πρόστυχος
αρχ.
1. ανελεύθερος, δουλοπρεπής
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μικροπρεπές
α) το τετριμμένο, η κοινοτοπία
β) μικροψυχία
γ) το να είναι κανείς υποταγμένος σε κάτι.
επίρρ...
μικροπρεπώς (ΑΜ μικροπρεπῶς)
με μικροπρεπή τρόπο, με τρόπο που αρμόζει σε μικροπρεπή άνθρωπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο)-* + -πρεπής (< πρέπω), πρβλ. μεγαλο-πρεπής].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • μικροπρεπής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, και μικρόπρεπος, η, ο αυτός που συμπεριφέρεται με μικροπρέπεια, αναξιοπρεπής: Μικροπρεπής πράξη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μικροπρεπής — μῑκροπρεπής , μικροπρεπής petty masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπῆ — μῑκροπρεπῆ , μικροπρεπής petty neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) μῑκροπρεπῆ , μικροπρεπής petty masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) μῑκροπρεπῆ , μικροπρεπής petty masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπέστερον — μῑκροπρεπέστερον , μικροπρεπής petty adverbial comp μῑκροπρεπέστερον , μικροπρεπής petty masc acc comp sg μῑκροπρεπέστερον , μικροπρεπής petty neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευτελής — ές (ΑΜ εὐτελής, ές) 1. αυτός που έχει χαμηλή τιμή, φθηνός, προσιτός, οικονομικός, ολιγοδάπανος, ολιγοέξοδος 2. (συνεκδ. για καταστάσεις, ιδιότητες, ενέργειες, πράγματα) ανάξιος λόγου, αυτός που είναι κατώτερης ποιότητας, ο μειονεκτικός, ο… …   Dictionary of Greek

  • μικρ(ο)- — (ΑΜ μικρ[ο]) τύπος «σύνθετου υποκοριστικού» (πρβλ. λιγο , χαμο , υπο κ.ά.) που ανάγεται στο επίθ. μικρός*. Δηλώνει σμίκρυνση ή υποκορισμό τής σημ. τού β συνθετικού, ενώ χρησιμοποιείται και για να προσδώσει μειωτική σημ. στο β συνθετικό (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • μικροπρεπεύομαι — και μτγν. τ. σμικροπρεπεύομαι (Α) [μικροπρεπής] είμαι μικροπρεπής, φέρομαι με μικροπρέπεια …   Dictionary of Greek

  • μικροπρεπεῖ — μῑκροπρεπεῖ , μικροπρεπής petty masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) μῑκροπρεπεῖ , μικροπρεπής petty masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπεῖς — μῑκροπρεπεῖς , μικροπρεπής petty masc/fem acc pl μῑκροπρεπεῖς , μικροπρεπής petty masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροπρεπές — μῑκροπρεπές , μικροπρεπής petty masc/fem voc sg μῑκροπρεπές , μικροπρεπής petty neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”